Ακολουθήστε μας

Μαύρη Θύελλα

Νίκος Λυμπερόπουλος ένας από τους μεγαλύτερους σκόρερ του ελληνικού ποδοσφαίρου

Από μικρό παιδί, από τα Φιλιατρά που ξεκίνησε και αποφάσισε ότι η ζωή του θα συνδεθεί με το ποδόσφαιρο, το όνομά του ταξίδευε από στόμα σε στόμα στην τοπική κοινωνία. «Ο Νικόλας, ο γιος του κυρ Κώστα με τα εργαλεία θα γίνει μεγάλος μπαλαδόρος» επαναλάμβαναν όσοι είχαν παρακολουθήσει έστω για λίγο το 16χρονο ψιλόλιγνο παλικαράκι να παίζει ποδόσφαιρο.

Τον πρόσεξαν αμέσως στη «Μαύρη Θύελλα», άλλωστε ήταν το μεγάλο αστέρι που βοήθησε την Εράνη να φύγει από την αφάνεια των τοπικών πρωταθλημάτων και να ανέβει στη Γ’ Εθνική, μια κατηγορία πολύ διαφορετική σε σχέση με σήμερα, απείρως πιο αναβαθμισμένη και με πολλά κρυμμένα διαμάντια μέσα της. Ο Νίκος, με προίκα τα 33 γκολ του σε 53 μόλις συμμετοχές, έγινε μεμιάς το αγαπημένο παιδί της Καλαμάτας.

Προσαρμόστηκε αμέσως στα δεδομένα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, στα 19 είχε γίνει ήδη βασικό στέλεχος της επαρχιακής ομάδας που θαύμαζε όλη η Ελλάδα, της «Μαύρης Θύελλας». Ψηλόλιγνο κορμί, αλλά με πολύ νεύρο, ξερακιανός αλλά δυνατός συνάμα, καλός στο κεφάλι, φαρμακερό σουτ, ειδικά με το «καλό», με το δεξί. Ο Νικόλας και το «μπομπόνι» του. Στην Καλαμάτα με τις εμφανίσεις του απασχόλησε αμέσως τις μεγαλύτερες ομάδες, έγινε το next big thing για ένα ελληνικό ποδόσφαιρο που τότε γνώριζε πιένες και βρισκόταν υπό ανάπτυξη σε οργανωτικό και εμπορικό επίπεδο.

Όταν έγινε γνωστό ότι η Καλαμάτα δεν τον χωρούσε άλλο, οι μνηστήρες ήταν πολλοί. Όλο το top επίπεδο ήθελε τον Έλληνα επιθετικό – διεθνή ήδη με την ανδρών ως παίκτη της Καλαμάτας – με τα 20 γκολ σε 70 παιχνίδια, οι περισσότεροι τον είχαν στα μπλοκάκια τους από τα μικρά εθνικά κλιμάκια, αφού ο Νίκος ήταν αναπόσπαστο μέλος και της εθνικής νέων και της εθνικής ελπίδων αργότερα.

Ολυμπιακός, ΑΕΚ και Παναθηναϊκός, κατέθεσαν προσφορές παρόλο που ο τότε ιδιοκτήτης της Καλαμάτας, Σταύρος Παπαδόπουλος, δεν είχε πρόθεση να πουλήσει φτηνά. Ήταν γνωστό ότι ο επιχειρηματίας με τα ορυχεία εξόρυξης πολύτιμων λίθων ήταν σκληρός διαπραγματευτής, γι’ αυτό και οι προσφορές ήταν πάνω από μισό δισεκατομμύριο δραχμές, όλες με πολύ γενναίες προκαταβολές.

Πλειοδότησε ο Παναθηναϊκός γιατί η προσέγγιση δεν ήταν μόνο οικονομική. Αφού συμφώνησε με τον Παπαδόπουλο, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης έστειλε ακόμη και τη Mercedes με τον οδηγό του στην 124 ΠΒΕ της Τρίπολης προκειμένου να παραλάβει το νεοσύλλεκτο Λυμπερόπουλο και να τον μεταφέρει στην Αθήνα για να υπογράψει.

Ο Νίκος θαμπώθηκε, ήταν μόλις 21 και υπέγραψε στην ομάδα που υποστήριζε από μικρό παιδί, στον τότε πρωταθλητή Ελλάδος και κυρίως στον παραλίγο φιναλίστ του τελικού του Champions League. O Παναθηναϊκός εκείνων των χρόνων, είχε μόλις προσθέσει στο παλμαρέ της πλούσιας ευρωπαϊκής ιστορίας του έναν ακόμη ημιτελικό στο «μεγάλο Κύπελλο» και φάνταζε ο ιδανικότερος προορισμός για ένα νέο παιδί με όνειρα.

Τα όνειρα πολύ σύντομα έγιναν θρύψαλα, ο Βαρδινογιάννης πέραν της μεταγραφής του Νίκου δεν ενίσχυσε την ομάδα, χάθηκαν και βασικά στελέχη και ο αποκλεισμός από τη νορβηγική Ρόζενμποργκ στα προκριματικά του Champions League θεωρήθηκε -και τότε ήταν- παταγώδης αποτυχία. Η συνέχεια με τη Λέγκια στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ θεωρήθηκε «υποβάθμιση», σχεδόν κανείς δεν θυμάται πια το ντεμπούτο του Νίκου στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Ο Λυμπερόπουλος σκόραρε δυο φορές στην παρθενική του εμφάνιση σε ευρωπαϊκό αγώνα του Παναθηναϊκού και όντας ο πιο φρέσκος και ο πιο διψασμένος, πίστευε σε μια μεγαλειώδη πορεία και στον δεύτερο τη τάξει ευρωπαϊκό θεσμό. Αλλά φευ. 21 Σεπτεμβρίου του 1996, τέσσερις ημέρες πριν από τη ρεβάνς της Βαρσοβίας, η οικογένεια Βαρδινογιάννη και κατά συνέπεια και η οικογένεια του Παναθηναϊκού, δέχτηκε ένα από τα σκληρότερα χτυπήματα της μοίρας, το οποίο κατά πολλούς οδήγησε στην κατάρρευση.

Σε ηλικία 54 ετών πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς, ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης, ο προτελευταίος στη σειρά από τα έξι παιδιά του Γιάννη και της Χρυσής, αντιπρόεδρος του ομίλου επιχειρήσεων της οικογένειας και βασικός χρηματοδότης του ΟΦΗ. Το πλήγμα για το Γιώργο είναι τεράστιο, αφού δύο μήνες μετά το χαμό της μητέρας του, χάνει και τον αδελφό του. Μια μέρα πριν τον επαναληπτικό, που διεξάγεται υπό βαρύτατο κλίμα, κηδεύεται ο Θόδωρος και ασφαλώς δεν υπάρχει ούτε σκέψη για ποδόσφαιρο, Παναθηναϊκό και οτιδήποτε.

Η ομάδα χάνεται στο ακατάλληλο από τη βροχόπτωση αλλά κατάμεστο Wojska Polskiego, αποκλείεται και ξεκινά μια ατέρμονη περίοδος εσωστρέφειας. Το βαρύ πένθος της οικογένειας Βαρδινογιάννη δεν επέτρεπε επ’ ουδενί σκέψεις και αναφορές στον Καπετάνιο για τις κινήσεις Κόκκαλη με Θωμά και σια. Τα σημάδια της πλήρους αλλαγής που επίκειτο στο σύμπαν του ελληνικού ποδοσφαίρου ήταν όλα εκεί, η οικογένεια ωστόσο ήταν ωσεί παρούσα με πολύ σημαντικότερα προβλήματα από τον Παναθηναϊκό και το ποδόσφαιρο. Είναι πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση με το σπορ, η καριέρες των αθλητών όμως επηρεάζονται από τις αντιδράσεις του σύμπαντος που τους περιβάλλει.

Ο Λυμπερόπουλος έκλεισε την παρθενική του χρονιά με στείρα παραγωγικότητα, ο Παναθηναϊκός δεν συνήλθε ποτέ στη σεζόν, τερμάτισε ασθμαίνοντας στην 5η θέση με ένα καταστροφικό τελείωμα 6 ηττών σε 7 παιχνίδια χάνοντας ακόμα και την έξοδο στην Ευρώπη στο περιβόητο ματς με τον ΟΦΗ στο ΟΑΚΑ και εκείνο το γκολ του Κουτσουπιά που έχει ξεπεράσει τα όρια του μύθου.

Ο Λυμπερόπουλος ήταν χαμένος στη δίνη του παρατημένου από το Γιώργο Παναθηναϊκό, ο ερχομός του Δανιήλ στην τεχνική ηγεσία την επόμενη σεζόν, τον στέλνει στα βάθη του πάγκου, συμπληρώνει μόνο τρία ματς σαν βασικός και η καριέρα του μοιάζει να πηγαίνει χαμένη. Η πρόοδός του την πρώτη διετία στον Παναθηναϊκό είναι ανύπαρκτη και είναι πολύ κοντά στην κλασσική ιστορία των «χαμένων ταλέντων» του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Σαν από μηχανής Θεός, έρχεται η καθιέρωση μέσω της εθνικής ελπίδων της οποίας είναι ο ηγέτης στην ξέφρενη πορεία της μέχρι τον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος και η καριέρα του Νίκου σώζεται ένα κλικ πριν τον αφανισμό και τους δανεισμούς σε ομάδες δεύτερης και τρίτης ταχύτητας. Ο Νίκος ξεκινά την επόμενη σεζόν και γίνεται άλλος παίκτης, ο Παναθηναϊκός με τον Κυράστα στον πάγκο αποκτά φυσιογνωμία και όραμα, έρχονται οι πρώτες επιτυχίες, τα πρώτα γκολ στο Champions League, η καθιέρωση.

Ο Λύμπε είναι πρωταγωνιστής σε εκείνη την ομάδα, σκοράρει 23 γκολ, παρέα με Καραγκούνη, Μπασινά, Φύσσα απαρτίζουν μια κορυφαία μαγιά Ελλήνων παικτών που αδικήθηκαν από τη μη κατάκτηση του τίτλου, χάρισαν ωστόσο σπάνιες στιγμές στον κόσμο του τριφυλλιού στην Ευρώπη. Τα «όλε-όλε» του Νίκου βγαίνουν από την ψυχή του, ο Παναθηναϊκός αποπνέει υγεία και ο Λύμπε κεφαλαιοποιεί την τελευταία του σεζόν με ένα νέο τριετές συμβόλαιο που ζάλιζε: 400 εκατομμύρια δραχμές, όσα άρμοζαν στον ηγέτη του Παναθηναϊκού σε μια εποχή που στο ελληνικό ποδόσφαιρο χόρευαν απίστευτα ποσά (παντελώς ασυνήθιστα με τις πολιτικές της οικογένειας).

Πλέον οι ευθύνες τεράστιες, οι απαιτήσεις τρομακτικές, ο πήχης στα ύψη. Ο ερχομός του Αναστασιάδη στην τεχνική ηγεσία χαρίζει το νέο ευρωπαϊκό παράσημο με την πρόκριση από τον όμιλο με τη Γιούβε, ο Λύμπε κερδίζει το πέναλτι του 2-1, βγάζει την ασίστ στον Κριστόφ Βαζέχα για το θριαμβευτικό 3-1.

Ο Παναθηναϊκός όμως μένει πίσω, ξαναχάνει τον τίτλο από τον Ολυμπιακό, ο Αναστασιάδης απολύεται, έρχεται η ήττα με 1-4 στη Λεωφόρο στη ρεβάνς του κυπέλλου με τον Ολυμπιακό, παιχνίδι στο οποίο οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού απάντησαν με τον πιο πικρό τρόπο στο «δείχνω το όνομα στη φανέλα» του Νίκου από το γκολ του στο πρώτο παιχνίδι.

Ο Παναθηναϊκός και πάλι μένει εκτός τίτλων, ο Λύμπε κατηγορείται περίπου ως αρχηγός της greek mafia που έκανε κουμάντο στα αποδυτήρια, ειδικά κατά την περίοδο Αναστασιάδη. Ο κόσμος θυμάται το συμβόλαιό του, ο ίδιος πιέζεται και κατηγορείται ως «αντιδημοσιογραφικός», κλείνεται στον εαυτό του, είναι απόμακρος. Συνέρχεται μόνον όταν μετά το καταστροφικό ξεκίνημα Σάντος την επόμενη σεζόν, αναλαμβάνει τα ηνία του Παναθηναϊκού ο Σέρχιο Μαρκαριάν. Θα κάνει ονειρική σεζόν, το ίδιο και ο Παναθηναϊκός που συνδυάζει απίθανη πορεία σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Όταν οι πράσινοι αποκλείονται για ένα σουτ από τη Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου, είναι το φαβορί για τον τίτλο, τον οποίο ξαναχάνουν στο περίφημο ματς της Ριζούπολης, το ιδιότυπο μπαράζ που καθόρισε τις εξελίξεις στο σύλλογο. Ο Ολυμπιακός κατακτά το «έβδομο», ο Λύμπε στοχοποιείται ως υπεύθυνος της ομάδας που λιγοψύχησε και η καταπληκτική σεζόν του σβήνεται μονοκονδυλιά εξ αιτίας ενός ματς.

Ο Παναθηναϊκός θέτει το Λυμπερόπουλο εκτός πλάνων, τον αφήνει ελεύθερο και εκπορεύει φήμες περί σύνδεσης και συνδιαλλαγής του ποδοσφαιριστή με τον Σωκράτη Κόκκαλη. Δεν είναι σαφές εάν όντως ο παίκτης ανέβηκε στο κότερο του Σωκράτη για να συζητήσει μεταγραφή του στον Ολυμπιακό, για την ακρίβεια εκείνη την εποχή ακούγονταν πολλά και γράφονταν περισσότερα για πολλούς από την «ομάδα της Ριζούπολης». Ο Λυμπερόπουλος σίγουρα απασχόλησε τον ΠΑΟΚ, σίγουρα ψάχτηκε στο εξωτερικό και εκεί θα κατέληγε εάν δεν εμφανιζόταν στο δρόμο του ο Δημήτρης Μελισσανίδης.

Η ΑΕΚ έχει εκείνη την περίοδο έντονα οικονομικά προβλήματα, αλλά δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε μια τέτοια μεταγραφική ευκαιρία. Με διευκόλυνση του (εξωδιοικητικού τότε) Δημήτρη Μελισσανίδη, αποκτά τον μεγάλο Έλληνα επιθετικό. Ο Λυμπερόπουλος βοηθά άμεσα (σε μια κακή σεζόν της ΑΕΚ) και μάλιστα πετυχαίνει κι ένα σημαντικό γκολ εναντίον της Γκρασχόπερς για τα προκριματικά των ομίλων του Champions League.

Το καλοκαίρι του 2004 με την ανάληψη της προεδρίας του συλλόγου από τον Ντέμη και την περίοδο μεγάλων αλλαγών στο σύλλογο, πάρα πολλοί ποιοτικοί παίκτες αποχωρούν, αλλά ο Νίκος αποφασίζει να μείνει και να το παλέψει. Μαζί με τον Κώστα Κατσουράνη που επίσης παραμένει, γίνονται οι φυσικοί ηγέτες εκείνης της ομάδας, βοηθούν πολύ την ΑΕΚ να σταθεί στα πόδια της και υπό το κλίμα ομοψυχίας και ομόνοιας η ομάδα φτάνει να διεκδικήσει και το πρωτάθλημα μέχρι τέλους.

Ο Λυμπερόπουλος πετυχαίνει με μακρινό σουτ ένα απίστευτο γκολ στο Ηράκλειο εναντίον του ΟΦΗ στην τελευταία φάση του αγώνα, σε ένα ματς για το οποίο πολλοί βιάστηκαν να πιστέψουν ότι έδωσε στην ΑΕΚ τον τίτλο. Ως γνωστόν, η ήττα στην συνέχεια από τον Ιωνικό στο ΟΑΚΑ στέρησε από την ΑΕΚ την εκπλήρωση του αίσιου τέλους ενός παραμυθιού, το οποίο μεταξύ άλλων θα χάριζε και τον πρώτο τίτλο στην καριέρα του Νίκου Λυμπερόπουλου.

Και η επόμενη σεζόν είναι εξαιρετική, ο Λύμπε σκοράρει δεύτερη σερί σεζόν σε ντέρμπυ εναντίον του Παναθηναϊκού, γίνεται σταθερά για την ομάδα και θέτει τις βάσεις για την επόμενη περίοδο που είναι η καλύτερη στην καριέρα του στην ΑΕΚ. Πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 18 γκολ σε 29 αγώνες, το σημαντικότερο όμως ότι γίνεται ο παίκτης που με δικό του γκολ χαρίζει στην ΑΕΚ την πρώτη νίκη της ιστορίας της στο Champions League. Ήταν το ματς με τη Λιλ στο ΟΑΚΑ, το ματς με το «μπομπόνι».

Ο Λύμπε εξελίσσεται σε έναν εκ των βασικών υπευθύνων για την «υπερβατική» σεζόν 2007/08 που κρίθηκε από τα δελτία του Βάλνερ. Αγωνιζόμενος σε θέση περιφερειακού επιθετικού κι έχοντας στο πλάι του Μπλάνκο και Ριβάλντο, ηγήθηκε εκείνης της προσπάθειας της ομάδας με highlight το φοβερό γκολ με πολύ δυνατό μακρινό σουτ εναντίον του Ολυμπιακού στο ιστορικό 4-0 του ΟΑΚΑ. Η ΑΕΚ χάνει τον τίτλο, παραδίδει τα όπλα και στα play offs που ακολούθησαν και αποσυντίθεται.

Ο Λυμπερόπουλος, κουρασμένος από το όζον ελληνικό ποδόσφαιρο, αποχωρεί το καλοκαίρι του 2008 για την Γερμανία και την Άιντραχτ. Τιμά το ψωμί και το όνομά του για δυο σεζόν, σκοράρει διψήφιο αριθμό γκολ και όταν το καλοκαίρι του 2010 ακούει την πρόταση του Σταύρου Αδαμίδη για επιστροφή στο ελληνικό πρωτάθλημα, είναι «αποσυμπιεσμένος» και έχοντας κλείσει τα 33, θέλει και ξέρει ότι πρέπει να επιστρέψει.

Παρέα με τον Τραϊανό Δέλλα γίνονται οι ηγέτες της «μνημονιακής» ΑΕΚ. Έχει ξανά εξαιρετική απόδοση και παρότι σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία, η μοίρα του προσφέρει τον πρώτο του τίτλο. Είναι το κύπελλο της περιόδου 2010/11 στην κατάκτηση του οποίου ο Λύμπε έχει ενεργέστατη συμμετοχή, με εξαιρετική απόδοση κατά την διάρκεια όλης της διοργάνωσης, με γκολ εναντίον του Παναθηναϊκού σε εκείνους τους συγκλονιστικούς προημιτελικούς και βέβαια με το πρώτο γκολ στον τελικό με τον Ατρόμητο.

Ο τίτλος ήταν κάτι σαν εξαγνισμός, δεν ήταν πια ο «άτιτλος» Λύμπε, δεν ήταν το μαύρο πρόβατο της χρυσής γενιάς που κατέκτησε ακόμη και το Euro. Παρά τις ενστάσεις του περιβάλλοντός του, συνέχισε για άλλη μια χρονιά στην ΑΕΚ κι έκλεισε την καριέρα του με τα κιτρινόμαυρα το καλοκαίρι του 2012, έχοντας χαράξει για πάντα το όνομά του στις καρδιές των φίλων της ομάδας. Αγωνιζόμενος άλλοτε ως σέντερ φορ κι άλλοτε ως περιφερειακός επιθετικός, είχε συνολικά 84 γκολ και φιγουράρει στην 6η θέση των σκόρερ όλων των εποχών που για μια ομάδα με την παράδοση της ΑΕΚ στη γραμμή κρούσης, είναι αξιοσημείωτο κατόρθωμα.

Συνολικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ήταν ένας παίκτης με υψηλή τεχνική, ικανότητα να παίζει με πλάτη απέναντι στην αντίπαλη άμυνα για να σπάει τη μπάλα, με πολύ δυνατό μακρινό σουτ, καλή κάθετη πάσα και αξιόλογος με το κεφάλι. Τα ηγετικά προσόντα που ανέπτυξε και η εν όλω συμπεριφορά που παρέσυρε και τους υπόλοιπους, ήταν ωστόσο τα κύρια στοιχεία που τον έκαναν να ξεχωρίσει.

Τα έδινε όλα στο χόρτο, είχε αυτό που οι παλιοί ονομάζουμε «ψυχή». Όσο άντεχε το κορμί του απέδιδε το 100% σε κάθε ματς, είτε σε συλλογικό επίπεδο είτε με τη φανέλα των εθνικών ομάδων. Με το εθνόσημο ξεχωρίζει η συμμετοχή του στο Euro του 2008, έκλεισε με 76 συμμετοχές και 13 γκολ, σίγουρα θα ήθελε να συμπεριληφθεί στην αποστολή της Πορτογαλίας κι ας μην έπαιζε λεπτό.

Όταν ανακοίνωσε ότι σταματάει, ήταν βέβαιο ότι θα μείνει στο χώρο, δοκίμασε αρχικά σαν μάνατζερ, πείστηκε και μετείχε στο project Μελισσανίδη όταν η ΑΕΚ αποφάσισε το restart του 2013, αναλαμβάνοντας τη θέση του τεχνικού διευθυντή. Δεν στέριωσε, όπως δεν στέριωσε και στον Παναθηναϊκό της περιόδου Αλαφούζου, με πολλά και διάφορα να συνοδεύουν την παρουσία και τη δουλειά του. Γεγονός είναι ότι και στις δυο περιπτώσεις είχε πολύ δύσκολο έργο και η απειρία του δεν τον βοήθησε ούτε να επιβληθεί, ούτε να περάσει τη δική του φιλοσοφία.

Όντας ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που (ξανα)έπεισαν τον Μελισσανίδη, επέστρεψε στην τεχνική διεύθυνση της ΑΕΚ στη θέση του Ντάνιελ Μαϊστόροβιτς, θέση που κατέχει μέχρι σήμερα. Και πάλι είναι δύσκολο να κριθεί εν συνόλω το έργο του, αρκετοί τον κατηγορούν ως παλαιού τύπου στέλεχος, αλλά η ΑΕΚ είναι ούτως ή άλλως ένας οργανισμός που λειτουργεί σε πιο… κλασσικό πλαίσιο. Οι φετινές κινήσεις δεν είναι κακές, έχει το χρίσμα και την αμέριστη εμπιστοσύνη του ιδιοκτήτη μετά από αρκετό καιρό που κινείται στα της ΑΕΚ.

Έχω την αίσθηση ότι το εφετινό είναι το μεγάλο του σταυροδρόμι, η επιλογή Καρντόσο είναι ένα ρίσκο που θα επηρεάσει σίγουρα και την δική του πορεία, το μοντέλο εν όψει και της εισόδου στο καινούριο γήπεδο είναι συγκεκριμένο, με μεγάλες απαιτήσεις και σχετικά μικρές δυνατότητες οικονομικής ευελιξίας. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία και ο χώρος θα κρίνουν και τα έργα και τις ημέρες του.

 

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

More in Μαύρη Θύελλα