Της Μαρίνας Ζιώζιου
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής τελούνται οι Ακολουθίες των Μεγάλων Βασιλικών Ωρών και του Εσπερινού της Αποκαθήλωσης, ενώ είναι η μοναδική ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας που απαγορεύεται η τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Η Ακολουθία των Βασιλικών Ωρών τελείται μόνο τρεις φορές ετησίως: την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Θεοφανείων και το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής. Οι Ακολουθίες των Ωρών ήταν αρχικά Ακολουθίες των Ιουδαίων, τις οποίες διάβαζαν ή έψαλλαν σε ορισμένες ώρες της ημέρας. Από τους Εβραίους τις παρέλαβαν οι πρώτοι Χριστιανοί, που προσέθεσαν κάποιους ύμνους και ευχές. Οι Μεγάλες Ώρες ονομάζονται και «Βασιλικές», επειδή κατά τη βυζαντινή εποχή τις παρακολουθούσε επισήμως ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
Κατά τη διάρκεια της Ανάγνωσης του Ιερού Ευαγγελίου, τελείται η Αποκαθήλωση του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό, το οποίο τυλίγεται ευλαβικά σε λευκό σεντόνι και μεταφέρεται στο Ιερό του Ναού. Λίγο αργότερα, θα βγει λιτανευτικά ο Επιτάφιος και θα τοποθετηθεί στο κουβούκλιο, που έχει προευτρεπισθεί με άνθη. Συνηθίζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας να τελούνται Τρισάγια υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τελείται ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου, ψάλλονται τα υπέροχα και προσφιλή Εγκώμια και στο τέλος γίνεται η έξοδος και η περιφορά του Επιταφίου, τον οποίο ακολουθεί ο λαός κρατώντας πένθιμες λαμπάδες. Κατά την επιστροφή του στο Ναό, υπάρχει ευλαβική συνήθεια οι Χριστιανοί να περνούν από κάτω του, προκειμένου να λάβουν ευλογία.
Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν: Η σταύρωση ήταν η σκληρότερη και πιο αποκρουστική τιμωρία των σκλάβων. Η λέξη σταύρωση προέρχεται από το ρήμα «ἵστημι», που σημαίνει στέκομαι. Αρχικά, οι άνθρωποι σταυρώνονταν σε δέντρα, ενώ αργότερα κατασκευάζονταν πραγματικοί σταυροί για τις εκτελέσεις. Η σταύρωση ως βασανιστήριο ήταν ειδικά σχεδιασμένη, για να είναι αργή, επώδυνη και εξευτελιστική. Ο τρόπος θανάτου συνόψιζε τη ζωή ενός κακού ανθρώπου με έναν κατάλληλο τρόπο. Οι Ρωμαίοι, αλλά και οι λαοί, τους οποίους κατέκτησαν, ικανοποιούνταν με έναν σκληρό θάνατο ενός κακοποιού, γιατί θεωρούσαν ότι με αυτό τον τρόπο απονέμεται δικαιοσύνη.
Μετά την καταδίκη του Χριστού σε ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, ο Πιλάτος διέταξε να κατασκευαστεί μια επιγραφή και να τοποθετηθεί επάνω στο σταυρό. Η επιγραφή έλεγε «Ιησούς ο Ναζωραίος Βασιλιάς των Ιουδαίων» και ήταν γραμμένη στα εβραϊκά, ελληνικά και λατινικά. Ήταν σύνηθες το όργανο διά του οποίου θανατωνόταν ο καταδικασμένος, να φέρει επάνω του επιγραφή, με την αιτία της θανατικής καταδίκης.
Μετά από αυτό, ο Χριστός, ως καταδικασμένος εγκληματίας, φορτώνεται τον σταυρό Του και πηγαίνει στον τόπο εκτέλεσης. Αυτό γινόταν για να φανεί ότι ο Ίδιος έφερε σωματικά την ευθύνη για το έγκλημά Του. Βεβαια, να τονίσουμε εδώ, ότι οι δύο ξύλινες δοκοί, ενωμένες σαν σταυρός, θα ήταν πολύ βαριές και δύσκολο να κουβαληθούν, ακόμα και για έναν υγιή άνδρα, που δεν είχε φραγγελωθεί. Κουβάλησε, λοιπόν, μόνο την οριζόντια δοκό, η οποία απο μόνη της ζύγιζε περίπου 20 με 30 κιλά. Η μεταφορά της έγινε ως εξής: Το οριζόντιο δοκάρι εφαρμόστηκε στην άνω πλάτη, κατά μήκος της ωμοπλάτης, και δέθηκε στα χέρια Του με σχοινί, υποχρεώνοντάς Τον να σκύψει μπροστά, υπό το βάρος της.
Καμπουριασμένος, λοιπόν, από το βάρος, με το χοντροκομμένο ξύλο να γδέρνει την τραυματισμένη Του πλάτη, ο Ιησούς οδηγήθηκε από το πραιτώριο στους δρόμους της πόλης, προς τον τόπο της εκτέλεσης, έξω από τα τείχη. Η απόσταση που διήνυσε ήταν περίπου μισό χιλιόμετρο. Ο Ιησούς ήταν ήδη εξαντλημένος και είχε χάσει μεγάλη ποσότητα αίματος. Συσσωρευόταν υγρό στη θωρακική κοιλότητα, η αναπνοή Του ήταν ρηχή και πολύ οδυνηρή, λόγω των μωλωπισμένων Του πλευρών. Οι πληγές στο κεφάλι από το ακάνθινο στεφάνι αύξαναν την αγωνία Του και τα αποκομμένα νεύρα προκαλούσαν στο τριχωτό της κεφαλής Του υπερβολικό πόνο, ο οποίος εντεινόταν, με κάθε μικρή κίνηση, σε όλο το πρόσωπο και το κεφάλι.
Ήταν σχεδόν μεσημέρι και οι άνθρωποι είχαν ήδη ξεκινήσει τις δουλειές τους, ολοκληρώνοντας τις πασχαλινές προετοιμασίες. Τον ακολουθούσε πολύς κόσμος και πολλές γυναίκες, που Τον θρηνούσαν χτυπώντας τα στήθη τους. Ο Ιησούς γύρισε σε αυτές και τους είπε: «Γυναίκες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα. Κλάψτε μάλλον για τον εαυτό σας και για τα παιδιά σας». Κατά μία παράδοση, μία νεαρή γυναίκα, προσπάθησε να τον ανακουφίσει από τον ιδρώτα και τα αίματα που αυλάκωναν το πρόσωπό Του.
Όταν, όμως, ήρθαν στον Ιησού, διαπίστωσαν πως ήταν ήδη νεκρός. Ένας από τους στρατιώτες απλώς Του τρύπησε την πλευρά με την λόγχη και αμέσως βγήκε από την πληγή αίμα και νερό. Ο λογχισμός της πλευράς του Χριστού ήταν αναγκαίος και συνηθισμένος. Επειδή πολλές φορές έδιναν στους σταυρωμένους να πιουν κάποια παρασκευάσματα που επέφεραν ναρκωτικές επιδράσεις, τύχαινε κάποιος που φαινόταν νεκρός να είναι απλώς αναίσθητος. Ο λογχισμός, λοιπόν, ήταν απαραίτητος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το θύμα ήταν νεκρό ή απλώς αναίσθητο.
Τα έθιμα του τόπου μας
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα απόλυτης αργίας και νηστείας. Οι πιστοί περνούν, σχεδόν, όλη την ημέρα τους στην εκκλησία για την ακολουθία της Αποκαθήλωσης και του Επιταφίου, ζώντας με κατάνυξη το θείο δράμα, όπως επισημαίνει η κυρία Ευηλένα Καρδαμήλα, υποψήφια διδάκτωρ Λαογραφίας. Μάλιστα, τόσο πολύ θέλουν να συμμετάσχουν στο πένθος, που όχι μόνο δεν τρώνε λάδι και μαγειρεμένο φαγητό κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και σε πολλές περιοχές, όπως η Μάνη, πίνουν συμβολικά λίγο ξύδι νιώθοντας πως έτσι συμπαραστέκονται στον Χριστό.
Μόλις τελειώσει η ακολουθία της Αποκαθήλωσης και εκτεθεί σε προσκύνημα η χρυσοΰφαντη παράσταση του Ιησού πάνω στον Επιτάφιο, ξεκινά η συρροή του κόσμου για να τον προσκυνήσουν. Πολλοί από αυτούς, κυρίως παιδιά και γυναίκες, περνούν και κάτω από τον Επιτάφιο, άλλοι για να τους «πιάσει η χάρη» και άλλοι για να εκφράσουν την ταπείνωσή τους θέτοντας τον εαυτό τους κάτω από τον Κύριο. Δίπλα στον Επιτάφιο στέκονται κοντά στον Χριστό παρθένες γυναίκες με καλαθάκια γεμάτα άνθη, ραίνοντάς τον με μύρα σαν άλλες μυροφόρες.
Κατά τη διάρκεια του μεσημεριού πολλοί από τους πιστούς επισκέπτονται τα νεκροταφεία και τους κεκοιμημένους συγγενείς τους, όπου αποθέτουν στεφάνια και θυμιατίζουν. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Λέσβος, συνηθίζουν να κάνουν περιοδεία στα ξωκλήσια ή στους άλλους ναούς εκτός της ενορίας τους για να προσκυνήσουν και άλλους Επιταφίους.
Όταν νυχτώσει, ξεκινά η ακολουθία και η περιφορά του Επιταφίου. Στην πομπή προπορεύεται ο Σταυρός με τα εξαπτέρυγα και ακολουθούν ο Επιτάφιος με τους ιερείς. Στις πόλεις πολλές φορές προηγούνται οι μουσικοί, παίζοντας πένθιμους σκοπούς. Οι πιστοί που ακολουθούν κρατούν αναμμένες λαμπάδες και φαναράκια. Κατά διαστήματα η πομπή σταματά σε πλατείες ή σταυροδρόμια για να ψαλούν οι δεήσεις. Όταν ο Επιτάφιος επιστρέψει πίσω στον ναό, οι άντρες τον σηκώνουν ψηλά και ο κόσμος περνά από κάτω.
Σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως οι Σέρρες, την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου τοποθετείται έξω από τα σπίτια η εικόνα το Εσταυρωμένου πάνω σε ένα τραπέζι, περιτριγυρισμένη από άνθη και αναμμένα κεριά. Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του στη γιορτή του Άδωνη στην αρχαία Ελλάδα. Στη γιορτή αυτή γυναίκες ντυμένες με μαύρα τοποθετούσαν πάνω σε ένα νεκροκρέβατο ομοιώματα του Άδωνη και τα στόλιζαν με λουλούδια. Με αυτόν τον τρόπο πενθούσαν όχι μόνο για τον πρόωρο θάνατο του Άδωνη αλλά και για το γρήγορο πέρασμα της άνοιξης, την οποία ο Άδωνης εκπροσωπούσε.
Μεγάλη σημασία για τη λαϊκή πίστη έχουν τα λουλούδια του Επιταφίου, τα Χριστολούλουδα ή σταυρολούλουδα, όπως αποκαλούνται. Οι πιστοί τους αποδίδουν μεγάλη θαυματουργική δύναμη, γι’ αυτό και τα κρατούν όλο τον χρόνο στο εικονοστάσι τους. Σε πολλές περιοχές τα καίνε, όταν λιβανίζουν μαζί με τα καρβουνάκια ή όταν έχουν κάποιον άρρωστο στο σπίτι.




